Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

Για τις επιλογές στελεχών στην εκπαίδευση - του Χρήστου Τουρτούρα



Μετά τη σχετικά πρόσφατη ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (εφεξής ΣτΕ), κατά τη διάσκεψη της ολομέλειάς του την 17η Οκτωβρίου στην Αθήνα (αριθμός 711/2017) και σε σχέση με τα προβλεπόμενα περί καθορισμού της διαδικασίας υποβολής αιτήσεων και επιλογής διευθυντών σχολικών μονάδων και εργαστηριακών κέντρων από τον Αναπληρωτή Υπουργό Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων (με Φ.361.22/26/79840/Ε3/19-5-2015), γεννώνται μια σειρά από σκέψεις και αντίστοιχα ερωτήματα. 
Προτού, όμως, προχωρήσω στο νέο αυτό δεδομένο, αξίζει να θυμηθούμε, για την ιστορία και για την οικονομία της συζήτησης που θα ακολουθήσει, κάποια συμβάντα, στη βάση των οποίων στήθηκε το όλο σκηνικό. Θυμίζω λοιπόν, ότι στις προηγούμενες κρίσεις των διευθυντών σχολικών μονάδων στις δύο πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσής μας, προβλεπόταν η καθοριστική συμμετοχή του συλλόγου διδασκόντων της εκάστοτε μονάδας στην εκλογική διαδικασία.

Με άλλα λόγια, για πρώτη φορά στα μεταπολιτευτικά τουλάχιστον χρονικά της χώρας -και ειδικότερα της εκπαίδευσης- ζητούνταν η γνώμη και εμπλέκονταν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί, ως οι πλέον αρμόδιοι, στην εκλογή των άμεσων προϊσταμένων τους, σε ένα «ντελίριο», θα έλεγε κανείς, επίδειξης από την κυβέρνηση δημοκρατικού έθνους και συμμετοχικής πολιτικής κουλτούρας.
Δε θα μακρηγορήσω, περιγράφοντας τα θετικά περιεχόμενα και την εξαιρετικά μεγάλη σημασία του συγκεκριμένου μέτρου, τόσο σε διοικητικό όσο και σε παιδαγωγικό επίπεδο, ούτε θα σταθώ περισσότερο στο μέγεθος του ενθουσιασμού που προκάλεσε στις τάξεις των μάχιμων εκπαιδευτικών και των δύο βαθμίδων.
Θα θυμίσω μονάχα, ότι το συγκεκριμένο μέτρο είχε εξαγγελθεί ακριβώς εκείνην την εποχή, στη διάρκεια της οποίας αναβίωναν τα φαντάσματα του παρελθόντος, οι γνωστές και δημοφιλείς για το σύστημα πρακτικές του επιθεωρητισμού και της αξιολόγησης, που επανέφεραν στο προσκήνιο μνήμες εργασιακής ανασφάλειας, η οποία συγκροτούνταν, στο όχι και τόσο μακρινό μας παρελθόν, στη βάση πρακτικών επίπληξης, διαθεσιμότητας ή απόλυσης, που καθιστούσαν εφικτή μια διαρκή και αποτελεσματική χειραγώγηση και συμμόρφωση του μάχιμου εκπαιδευτικού κόσμου.
Την εποχή, λοιπόν, που τα διοικητικά και επιστημονικά στελέχη του κλάδου (διευθυντές και σχολικοί σύμβουλοι) προετοιμάζονταν και «επιμορφώνονταν» από το υπουργείο Παιδείας, προκειμένου να επιτελέσουν με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και υπαλληλική ευσυνειδησία το «βαρυσήμαντο» έργο της αξιολόγησης του διδακτικού προσωπικού των σχολείων ευθύνης τους, μια αλλαγή σε επίπεδο κυβέρνησης αντέστρεψε τα  δεδομένα και οι κρίνοντες μετατράπηκαν σε κρινόμενους. Ούτε δύο χρόνια αργότερα, τα δεδομένα τροποποιούνται και πάλι, μετά τη σχετική απόφαση του ΣτΕ, εγείροντας νέες συζητήσεις στον εκπαιδευτικό και πολιτικό κόσμο σχετικά με την αδυναμία ή όχι της τεκμηρίωσης της συγκεκριμένης ακυρωτικής απόφασης.[1] 
Επί του παρόντος, επιλέγω να μην ασχοληθώ με τη δυναμική ή την αδυναμία των σχετικών επιχειρημάτων, αφού θεωρώ ότι η συζήτηση έχει νόημα να κυμανθεί σε ένα άλλο επίπεδο, όπου να μελετάται το πλαίσιο μέσα στο οποίο λήφθηκε η συγκεκριμένη απόφαση και όχι η αξία και το βάρος των επιχειρημάτων στα οποία αυτή θεμελιώθηκε. Με άλλα λόγια, δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι το ΣτΕ αποφαίνεται αποκλειστικά επί της διαδικασίας. Οπότε, οποιαδήποτε άλλη επιχειρηματολογία, που μπορεί να στοιχειοθετεί και να ενισχύει ή να απορρίπτει ως έωλη νομικά μια υπόθεση, δεν αφορά το συγκεκριμένο ανώτερο θεσμικό όργανο.
Συνεπώς, αποδεικνύεται εντελώς άκαιρο το να συζητά κανείς, πώς μπορεί να θεωρείται παράνομη η μυστική ψηφοφορία στο χώρο της εκπαίδευσης, όταν σε πολλές άλλες περιπτώσεις εκλογικών διαδικασιών διεξάγεται η ψηφοφορία με τον ίδιο τρόπο. Ούτε οδηγεί πουθενά το να αμφισβητεί κανείς την παραπάνω απόφαση, επειδή δεν μπορεί να γίνει κατανοητό πού βρίσκεται το παράνομο, όταν δεν υπάρχει αιτιολόγηση της κάθε επιλογής των ψηφοφόρων, αφού και πάλι πουθενά στις διαδικασίες εκλογής αντιπροσωπευτικών οργάνων στα κατά περίπτωση συνδικάτα εργαζομένων  δεν προβλέπεται αιτιολόγηση στην επιλογή των υποψηφίων από το εκλογικό σώμα.
Η συζήτηση, αντιθέτως, συμπυκνώνεται, κατά την άποψή μου, στο εξής: η απόφαση του ΣτΕ καταργεί τη συγκεκριμένη διαδικασία, απλά επειδή στην περίπτωση της επιλογής και εξέλιξης των υπαλλήλων στο Δημόσιο προβλέπει ο νόμος άλλες διαδικασίες (συμμετοχή υπηρεσιακών συμβουλίων και πλήρη αιτιολόγηση της επιλογής των υποψηφίων). Επομένως, δεν ευθύνεται το ΣτΕ που αποφάνθηκε με το συγκεκριμένο τρόπο, αλλά το γράμμα του νόμου που εξ αρχής δεν προέβλεπε αυτό που έπρεπε να προβλέπει, ούτως ώστε η συγκεκριμένη διαδικασία να μην κλονιστεί και απορριφθεί σε ανώτερο επίπεδο επιδίκασής της. 
Άρα, δημιουργείται το ερώτημα, γιατί η κυβέρνηση δε φρόντισε προηγουμένως να ενημερωθεί από το νομικό της επιτελείο για τη νομιμότητα μιας ενδεχόμενης σχετικής απόφασής της, έτσι ώστε, προτού προχωρήσει στο συγκεκριμένο μέτρο, να φροντίσει προηγουμένως να εξετάσει προσεκτικά και να τροποποιήσει το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο και τις «προβληματικές» του διατάξεις, προκειμένου να μην προκύψουν στη συνέχεια ζητήματα ακύρωσης του νέου μέτρου, σε περίπτωση προσφυγής κάποιων υποψηφίων στελεχών που θα έκριναν (όπως και έγινε) ότι είχανε θιγεί και ότι είχαν έννομο συμφέρον να προσφύγουν στα ανώτερα δικαστήρια. 
Το άλλο ερώτημα που προκύπτει ως συνέχεια του προηγούμενου είναι, αν τελικά και η ίδια η κυβέρνηση προσέβλεπε εξ αρχής σε μιαν αντίστοιχη κατάληξη του συγκεκριμένου ζητήματος. Άλλωστε, μας έχει συνηθίσει σε τακτικές προκήρυξης αμεσο-συμμετοχικών διαδικασιών, όπου καλείται η βάση να εμπλακεί σε ζητήματα που την αφορούν και σε περίπτωση αντίθετου αποτελέσματος από τα προαποφασισμένα σχέδια, η εκπεφρασμένη λαϊκή βούληση προκλητικά και απροσχημάτιστα, με τον πιο χυδαίο τρόπο, απλώς αγνοείται (βλ. το «φιάσκο» του δημοψηφίσματος).
Στη βάση αυτής της λογικής λοιπόν, ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι, για μια ακόμη φορά, η κυβέρνηση δε χρησιμοποίησε και τη συγκεκριμένη ρύθμιση ψηφοθηρικά, προκειμένου να πείσει, να προτιμηθεί και να εδραιωθεί στην εξουσία, μετατρέποντας στη συνέχεια τον πολλά υποσχόμενο «άνεμο αλλαγής» που φύσηξε από τα «αριστερά» στη χώρα γενικότερα, συνεπώς και στην εκπαίδευση, σε κάτι απατηλό και πλάνο, κάτι που άφησε ακόμη πιο μεγάλη δυσαρέσκεια και πίκρα, που έπαιξε για μια φορά ακόμη με το συλλογικό μας ασυνείδητο.
Ποιος, λοιπόν, μπορεί να πει με σιγουριά ότι η κυβέρνηση δε γνώριζε το ενδεχόμενο ακύρωσης του μέτρου της και δε «βολεύτηκε» με τη σχετική απόφαση του ΣτΕ; Γιατί, αν δεν είναι έτσι, τότε για ποιο λόγο επιδεικνύει τόσο μεγάλη ευαισθησία, σπέυδοντας να συνταχθεί με τη συγκεκριμένη απόφαση του ΣτΕ, την ίδια στιγμή που άλλες αποφάσεις, του ίδιου αυτού Δικαστηρίου, αγνοήθηκαν συστηματικά και με συνέπεια τόσο από την τωρινή όσο και από τις προηγούμενες κυβερνήσεις της κρίσης;[2] 
Τέλος, μία ακόμη ερώτηση διατρέχει τον προβληματισμό που εγείρει η όποια προσπάθεια δικαιολόγησης των αδικαιολόγητων. Αναρωτιέται εύλογα λοιπόν κανείς, αν η για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού δημοσίου συμμετοχική εκλογή των στελεχών από την ίδια τη βάση, αποδείχθηκε εκ των υστέρων σημαντικό πρόσκομμα όσον αφορά την εκπλήρωση των μελλοντικών σχεδίων της κυβέρνησης για εφαρμογή της περίφημης αξιολόγησης στο δημόσιο τομέα· αξιολόγησης που, ως γνωστόν, έχει κατ’ επανάληψη δεσμευτεί απέναντι στα αφεντικά της να εφαρμόσει, αλλά αναβάλλει διαρκώς, προκειμένου να προκύψουν ευνοϊκότερες κοινωνικές συνθήκες που να επιτρέψουν την πραγματοποίησή της.
Γιατί, αλήθεια, με ποια στελέχη θα μπορούσε να ολοκληρωθεί η περίφημη διαδικασία της αξιολόγησης, ώστε να εκπληρωθούν στο ακέραιο οι μνημονιακές δεσμεύσεις της κυβέρνησης με τους δανειστές/αφεντικά της; Προφανώς, με εκείνα τα στελέχη που δε θα επιδείκνυαν καθόλου ή, τουλάχιστον, θα είχαν τους μικρότερους ενδοιασμούς και αναστολές να επωμισθούν και να διεκπεραιώσουν τη συγκεκριμένη αποστολή και, μάλιστα, σε βάρος συναδέλφων, με τους οποίους δε θα τους συνέδεε παρά μια τυπική και ιεραρχικά εδραιωμένη και νομιμοποιημένη σχέση υπαλληλίας. 

[1] Η ακυρωτική απόφαση του ΣτΕ στηρίχθηκε, συνοπτικά, στη διεξαγωγή μυστικής ψηφοφορίας μεταξύ των μελών των συλλόγων διδασκόντων στις κατά τόπους σχολικές μονάδες, στη μη διενέργεια της όλης διαδικασίας από αρμόδια θεσμοθετημένα κρατικά όργανα -όπως είναι τα Περιφερειακά Υπηρεσιακά Συμβούλια- και στη μη αιτιολόγηση της απόφασης των συλλόγων διδασκόντων. Είναι χαρακτηριστικό το παρακάτω απόσπασμα: «Κατά παράβαση όμως των προαναφερθεισών εγγυήσεων τηρήσεως των συνταγματικών αρχών(…)ανατίθεται η εν λόγω αρμοδιότητα στον σύλλογο διδασκόντων, στον οποίο μετέχουν (αδιακρίτως) όλοι οι υπηρετούντες στην οικεία σχολική μονάδα μόνιμοι και αναπληρωματικοί εκπαιδευτικοί, και με την διαδικασία της μυστικής ψηφοφορίας (που ως διαδικασία αναδείξεως οργάνων εν γένει διοικήσεως προσιδιάζει σε αυτοδιοικούμενες μονάδες ή είναι πρόσφορη σε περίπτωση αναδείξεως εκπροσώπων στα όργανα αυτά), ενώ η διοίκηση των σχολικών μονάδων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως, σύμφωνα με τις αναφερθείσες συνταγματικές αρχές, πρέπει να αναδεικνύεται από κατάλληλο όργανο που συγκροτείται και λειτουργεί με εχέγγυα αξιοκρατίας, αμεροληψίας και αντικειμενικότητας (όπως είναι τα καθιερωμένα Υπηρεσιακά Συμβούλια Διοικήσεως) και με διαφανή και αντικειμενική διαδικασία, κατάλληλη για τη διασφάλιση της ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής των οριζομένων κριτηρίων και στο πλαίσιο της ιεραρχικής δομής της Υπηρεσίας. Περαιτέρω τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και προσόντα του υποψηφίου που σχετίζονται με το κριτήριο της συμβολής στο εκπαιδευτικό έργο, της προσωπικότητας και της γενικής συγκροτήσεώς του, δεν αξιολογούνται με αιτιολογία, αφού η επίδικη διαδικασία καταλήγει στη βαθμολογική αποτίμηση του κριτηρίου αυτού, η οποία προκύπτει από την αναγωγή του ποσοστού των ψήφων που έλαβε αυτός(…)».  Όλα όσα συντελέστηκαν λοιπόν, σύμφωνα με το ΣτΕ, αντίκεινται στην ισχύουσα νομοθεσία και καταπατούν βασικές συνταγματικές αρχές, όπως εκείνην της ισότητας και της αξιοκρατίας και, ειδικότερα, της «ελεύθερης προσβάσεως και σταδιοδρομίας κάθε Έλληνα στις δημόσιες θέσεις κατά τον λόγο της προσωπικής του αξίας και ικανότητας (άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 4 και άρθρο 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος), της διαφάνειας (άρθρο 103, παράγραφος 7 του Συντάγματος), που κατά την έννοια τους, καταλαμβάνουν όχι μόνο την διαδικασία εισόδου στο υπαλληλικό σώμα αλλά και, περαιτέρω, εν γένει τις διαδικασίες εξελίξεως (προαγωγής και αναθέσεως καθηκόντων) των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και του κράτους δικαίου (άρθρο 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος), επί διαδικασίας εξελίξεως υπαλλήλων του Δημοσίου με επιλογή υποψηφίων κατόπιν αξιολογήσεως των ουσιαστικών προσόντων και της προσωπικότητάς τους(…)» (για τα παραπάνω, βλ. έκθεση ΣτΕ, εδάφια 9, 10 & 14, κατά τη διάσκεψη της ολομέλειάς του τη 17η Οκτωβρίου στην Αθήνα, με αριθμό 711/2017).
[2] Θυμίζω, για παράδειγμα, σχετική απόφαση του ΣτΕ να κρίνει αντισυνταγματικές και παράνομες τις πρακτικές της κατ’ επανάληψη (υπερ)φορολόγησης των εισοδημάτων των πολιτών (είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη η αρχή της άπαξ φορολόγησης των ετήσιων εισοδημάτων), αλλά και των περικοπών μισθών, συντάξεων και επιδομάτων των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα· απόφαση που απαιτούσε την αναδρομική και έντοκη καταβολή όλων των παρακρατηθέντων από την Πολιτεία και αγνοήθηκε προκλητικά από την κυβέρνηση. Επιμέρους περίπτωση, αποτελεί η αντίστοιχη απόφαση του ΣτΕ, σύμφωνα με την οποία κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι μειώσεις που είχαν επιβληθεί και στις αποδοχές των Καθηγητών Πανεπιστημίου τον Αύγουστο του 2012 (απόφ. ΣτΕ 4741/2014), οπότε και είχε προβλεφθεί κατά τη διαδικασία εξέτασης της συμμόρφωσης της Κυβέρνησης, ότι στην περίπτωση που υπήρχε μελλοντικά η μέριμνα να αναμορφωθεί το ειδικό μισθολόγιο των Πανεπιστημιακών, θα έπρεπε οι αποδοχές που θα νομοθετούνταν, να ανέρχονταν τουλάχιστον στο ύψος εκείνων του Αυγούστου του 2012. Σήμερα, ωστόσο, το νέο μισθολόγιο, παρά τις ονομαστικές αυξήσεις, δεν αποκαθιστά ούτε στο ελάχιστο τις περικοπές του 2012 και, συνεπώς, δεν αποτελεί συμμόρφωση με την απόφαση του ΣτΕ (βλ. για τα παραπάνω, τις τρέχουσες εξαγγελίες της ΠΟΣΔΕΠ, της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Διδακτικού και Επιστημονικού Προσωπικού). 

Χρήστος Δ. Τουρτούρας*
*Επίκουρος Καθηγητής Παιδαγωγικής, Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Πκγή:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.