. · ΑΡΘΡΟ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΑΣΥΝΟΔΕΥΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
της Βασιλικής Χρυσοστομίδου
Εννιά χρονών ήταν η γιαγιά μου όταν έγινε
η μεγάλη σφαγή της Σμύρνης. Δυο μέρες πριν, την είχε πάρει μαζί του στη
Μυτιλήνη ο νονός της, στρατιωτικός γιατρός, και γλίτωσε εντελώς τυχαία από τον
αφανισμό.
Εννιά χρονών ασυνόδευτη προσφυγοπούλα,
περίμενε στο λιμάνι της Μυτιλήνης , όπου έφταναν οι κατατρεγμένοι , μπας και
βρει έστω κι έναν συγγενή της. Δεν βρήκε ποτέ κανέναν. Γονείς, παππούς, γιαγιά,
πέντε μικρότερες αδελφές, θείοι, ξαδέλφια, όλοι χαμένοι, σκόρπια κόκαλα στο
όνομα της Μεγάλης Ιδέας.
Η ασυνόδευτη γιαγιά μου κατέληξε
δουλάκι στο αρχοντικό του νονού της. Σχολείο δεν τη στείλανε. Κέντημα δεν την
αφήνανε να κάνει. Ικέτευε για λίγες κλωστές , αλλά δεν της αγοράσανε ποτέ.
Κρυμμένη σε μια κόχη άκουγε τους δασκάλους που μπαινόβγαιναν στο σπίτι για να
μορφώσουν τις κόρες του γιατρού και θυμόταν καθαρά τις οδηγίες της δασκάλας του
εργόχειρου «Η μια βελονιά πλησίον της άλλης, όχι η μια βελονιά άνωθεν της
άλλης».
Η ασυνόδευτη γιαγιά μου συλλάβιζε με
πείσμα όποια φυλλάδα ξέπεφτε στα χέρια της και κράτησε καλά φυλαγμένο το
μοναδικό κέντημα που κατάφερε να φτιάξει με