Σάββατο 8 Μαΐου 2021

Η κουλτούρα του φασισμού, η κριτική παιδαγωγική και η αντίσταση σε σκοτεινούς καιρούς*

 του Henry Α. Giroux,

Μετάφραση/επιμέλεια: Γιάννης Κάσκαρης (Θεσσαλονίκη, Απρίλιος, 2021)

Απαιτείται να πιστεύουμε στην Αρχή της Ελπίδας.
Ένας μαρξιστής δεν έχει το δικαίωμα να είναι πεσιμιστής.
Ernst Bloch

Από άκρη σε άκρη της υφηλίου, δημοκρατικοί θεσμοί όπως τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, τα σχολεία, τα νομικά συστήματα, ορισμένα από τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, και η ανώτερη εκπαίδευση βρίσκονται σε καθεστώς πολιορκίας. Η υπόσχεση, αν όχι τα ιδανικά, της δημοκρατίας υποχωρούν ενώ οι βάρβαροι, επανακτώντας ζωογόνες δυνάμεις από το φασιστικό τους παρελθόν, προελαύνουν υπονομεύοντας και υποσκάπτοντας το νόημα των λέξεων της γλώσσας, τις αξίες, το

κουράγιο, το όραμα και την κριτική συνειδητοποίηση. 

Η εκπαίδευση όλο και περισσότερο μετατρέπεται σε μέσο κυριαρχίας, καθώς δεξιάς προέλευσης παιδαγωγικοί μηχανισμοί, ελεγχόμενοι από επιχειρηματίες του μίσους, εξαπολύουν επιθέσεις εχθρότητας σε εργάτες/εργάτριες, στους φτωχούς, σε έγχρωμους, σε πρόσφυγες, σε μετανάστες/μετανάστριες από τον Νότο, όπως και σε όσους/όσες θεωρούνται αναλώσιμοι/αναλώσιμες. Εν μέσω μιας εποχής όπου μια παλαιότερη τάξη πραγμάτων βρίσκεται υπό κατάρρευση και μια καινούρια παλεύει για να ορίσει και να προασπίσει την ίδια της την ύπαρξη, ακριβώς σε αυτό το ενδιάμεσο, αναδύεται μια περίοδος σύγχυσης, διακινδύνευσης, και τεράστιας αναταραχής. Η σημερινή ιστορική συγκυρία είναι μια συγκυρία σκληρής αντιπαράθεσης όπου η ελευθερία και ο αυταρχισμός αγωνίζονται μεταξύ τους να προσδιορίσουν το μέλλον είτε στην προοπτική ενός αδιανόητου εφιάλτη είτε ενός πραγματοποιήσιμου οράματος.

Βρισκόμαστε ακριβώς σε μια οριακή στιγμή, κατά την οποία δύο κόσμοι συγκρούονται και η ιστορία του παρόντος ισορροπεί στο σημείο όπου «οι δυνατότητες είτε πραγματοποιούνται είτε απορρίπτονται, αλλά ποτέ δεν εξαφανίζονται εντελώς»[1]. Πρώτον, υπάρχουν οι άτεγκτοι και ετοιμόρροποι κόσμοι της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης με τα πάθη τους που τροφοδοτούν διαφορετικές εκδοχές του φασισμού σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων και των Ηνωμένων Πολιτειών[2]. Η εξουσία, ταυτισμένη με τη γοητεία του κέρδους και του κεφαλαίου, εθίζεται όλο και περισσότερο σε μια πολιτική λευκού εθνικισμού και φυλετικής εκκαθάρισης. Δεύτερον, υπάρχουν αυξανόμενα κοινωνικά κινήματα αντίστασης, ειδικά μεταξύ των νέων, που αναζητούν μια νέα πολιτική έχοντας, έτσι, την ευκαιρία να ξανασκεφτούν, να επανακτήσουν, να επανεφεύρουν τον δικό τους τρόπο κατανόησης του δημοκρατικού σοσιαλισμού, που δεν έχει μολυνθεί από τον καπιταλισμό[3]. Εκείνο στο οποίο δεν υπάρχει καμία αμφιβολία είναι ότι κάτι δυσοίωνο και τρομακτικό συμβαίνει στις φιλελεύθερες δημοκρατίες σε διεθνές επίπεδο. Η παγκόσμια ώθηση προς τον εκδημοκρατισμό που προέκυψε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπαναχωρεί, υποκύπτοντας για άλλη μια φορά σε αυταρχικές τυραννίες. Όσο ανησυχητικά και αν είναι τα σημάδια, ο λαός δεν μπορεί να περιφρονεί ούτε να αγνοεί ή να συγκατατίθεται στον τρόμο του λαϊκιστικού αυταρχισμού και να επιτρέπει στα φαινόμενα ρητορικής του μίσους, να υπερισχύουν και να κυριαρχούν ανεξέλεγκτα. Για εκείνους/εκείνες που εμπιστεύονται τον δημοκρατικό σοσιαλισμό, δεν μπορούμε να εκχωρήσουμε τη δύναμη των ονείρων και των μαχητικών μας ελπίδων να μετατραπούν σε στάχτη.

Ζούμε σε έναν κόσμο που μοιάζει με ένα δυστοπικό μυθιστόρημα. Η υγειονομική κρίση της Covid-19 δημιούργησε έναν σουρεαλιστικό εφιάλτη που πλημμυρίζει τις οθόνες και τα μέσα επικοινωνίας με εικόνες φόβου. Δεν μπορούμε πλέον να σφίξουμε τα χέρια, να αγκαλιάσουμε τους φίλους μας, να χρησιμοποιήσουμε τις δημόσιες συγκοινωνίες, να καθίσουμε σε μια καφετέρια ή να περπατήσουμε στον δρόμο δίχως να αισθανθούμε άγχος και φόβο. Αυτό που πρέπει να αναγνωριστεί είναι ότι η πανδημία είναι κάτι παραπάνω από ένας ιατρικός όρος. Αναφέρεται, επίσης, σε ιδεολογικές και πολιτικές μάστιγες που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της ανεύθυνης ανταπόκρισης των ΗΠΑ και άλλων χωρών, όπως η Βραζιλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ινδία, στην κρίση της Covid-19. Στιγματισμένο από μια ανίκανη ηγεσία, που εδράζεται σε μια δυσπιστία για την επιστήμη και τον ορθό λόγο αλλά και στην πίστη στις δυνάμεις της αγοράς, αυτό που προέκυψε με την πάροδο του χρόνου ήταν αδιανόητα δεινά, μαζικοί θάνατοι και μια περαιτέρω νομιμοποίηση των ψεμάτων και της δεξιάς βίας. Η φρίκη της πανδημίας συχνά μας τυφλώνει από το να αντιληφθούμε ότι οι αντιδημοκρατικές οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις που έχουν δώσει προτεραιότητα στα κέρδη έναντι των ανθρώπινων αναγκών, είχαν εμπεδωθεί από το κοινωνικό σύστημα στα τελευταία σαράντα χρόνια.

Μια εκδοχή ενός αρπακτικού, επιθετικού και ληστρικού καπιταλισμού (predatory capitalism) έχει κηρύξει τον πόλεμο στο κράτος πρόνοιας, τη δημόσια σφαίρα και το κοινό καλό ήδη από τη δεκαετία του 1970. Ως μια πτυχή του ληστρικού καπιταλισμού, ο ίδιος ο νεοφιλελευθερισμός πρεσβεύει την πεποίθηση ότι η αγορά πρέπει να κυβερνά την οικονομία και όλες τις υπόλοιπες πλευρές της κοινωνίας. Στον φιλελευθερισμό, η συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια της χρηματικοοικονομικής ελίτ και τα παρελκόμενά του, όπως το προσωπικό/ατομικό συμφέρον, η αυτοβοήθεια, η απορρύθμιση και η ιδιωτικοποίηση, αποτελούν τις καθοδηγητικές αρχές της κοινωνίας. Σύμφωνα με τον νεοφιλελευθερισμό, όλα διατίθενται προς πώληση και η μόνη υποχρέωση για την πολιτειότητα (citizenship) των ανθρώπων είναι ο αδιάλειπτος και απρόσκοπτος καταναλωτισμός. Ταυτόχρονα, στον νεοφιλελευθερισμό, αγνοούνται οι βασικές ανθρώπινες ανάγκες, όπως η υγειονομική πρόνοια και περίθαλψη, τα τρόφιμα, οι αξιοπρεπείς μισθοί και η πρόσβαση, παροχή ποιοτικής εκπαίδευσης. Ο νεοφιλελευθερισμός θεωρεί την κυβέρνηση ως εχθρό της αγοράς, περιορίζει την κοινωνία στο βασίλειο της οικογένειας και των ατόμων, ενστερνίζεται έναν παγιωμένο ηδονισμό αμφισβητώντας εν τέλει, την ίδια την ιδέα του δημόσιου αγαθού.

Ζούμε σήμερα στην εποχή που η οικονομική δραστηριότητα διαχωρίζεται από το κοινωνικό κόστος, ενώ ταυτόχρονα, οι πολιτικές που ενισχύουν τη φυλετική κάθαρση, τον μιλιταρισμό και την αξιοσημείωτη/εντυπωσιακή ανισότητα έχουν γίνει καθοριστικά χαρακτηριστικά της καθημερινής ζωής και εμπεδωμένα πρότυπα διακυβέρνησης. Είναι σαφές ότι υπάρχει ανάγκη ανάκτησης μιας έννοιας του δημοκρατικού σοσιαλισμού στην οποία τα θέματα της δικαιοσύνης, της ισότιμης πρόνοιας και της ισότητας γίνονται τα κεντρικά χαρακτηριστικά μιας ουσιαστικής δημοκρατίας. Τα καλά νέα είναι ότι οι διαδηλώσεις που πραγματοποιούνται τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και σε ολόκληρο τον κόσμο υποδηλώνουν ότι το πνεύμα του δημοκρατικού σοσιαλισμού παραμένει ζωντανό και ενεργό.

Η πανδημία αποκάλυψε, μέσα σε όλη την οδύνη που προξενεί, εκείνους τους μηχανισμούς που προκαλούν τον θάνατο, δηλαδή, της συστημικής ανισότητας, της απορρύθμισης, μιας κουλτούρας ωμότητας και μιας ολοένα και πιο ολέθριας επίθεσης στο φυσικό περιβάλλον. Επιπλέον, η πανδημία έχει καταστήσει ορατή μια αντι-διανοητική κουλτούρα που παρακωλύει οποιαδήποτε έννοια της κριτικής εκπαίδευσης, δηλαδή μιας εκπαίδευσης που οπλίζει τα άτομα να σκέφτονται κριτικά, να εμπλέκονται σε στοχαστικό διάλογο, να οικειωθούν με γνώσεις ιστορίας, να μαθαίνουν πώς να κυβερνούν παρά να κυβερνώνται. Ταυτόχρονα, οι ισχυρισμοί του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού υπονομεύθηκαν ως αποτέλεσμα των οικονομικών αποτυχιών αλλά και των ιατρικών φρικαλεοτήτων που συντελέστηκαν εξαιτίας της πανδημίας. Αυτό που κάποτε ήταν αδιανόητο διατυπώνεται πλέον δημόσια από διαδηλωτές/διαδηλώτριες σε όλο τον κόσμο, όπως από εκείνους/εκείνες στις Ηνωμένες Πολιτείες που διαμαρτύρονται ενάντια στην αστυνομική βία και τη βαρβαρότητα της οικονομικής ανισότητας. Οι νέοι και οι νέες αναζητούν ένα καινούργιο αφήγημα για την αποκατάσταση ενός κοινωνικού δικτύου ασφαλείας: την παροχή δωρεάν υγειονομικής περίθαλψης, την πρόνοια για την παιδική φροντίδα και τη φροντίδα των ηλικιωμένων, την πρόσβαση σε δωρεάν ποιοτικά δημόσια σχολεία για όλους/όλες. Υπάρχουν ηχηρές εκκλήσεις για την αντιμετώπιση της κρατικής βίας, των επιπτώσεων της φτώχειας, των αστέγων και της ρύπανσης του πλανήτη.

Η πανδημία είναι μια κρίση όπου δεν μπορεί να δοθεί η συγκατάθεσή για να μετατραπεί σε ολική καταστροφή στην οποία χάνεται όλη η ελπίδα. Παρόλο που στην περίοδο αυτής της πανδημίας απειλείται η ικανότητα της δημοκρατίας «να αναπνέει», προσφέρεται και η δυνατότητα να επανεξετάσουμε την πολιτική, τον κανόνα και τις αρχές της κριτικής εκπαίδευσης, του ενεργητικού ρόλου και της μεσολάβησης των υποκειμένων (agency) και των στοιχείων της κοινωνικής ευθύνης που είναι κρίσιμα για μια οποιαδήποτε βιώσιμη ιδέα για το πώς θα ήταν η ζωή σε μια δημοκρατική σοσιαλιστική κοινωνία. Με άλλα λόγια, ανάμεσα στα πτώματα που προκύπτουν από τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό και την COVID-19, υπάρχουν λάμψεις ελπίδας, μια ευκαιρία να προχωρήσουμε πέρα από την πρόσφατη ανάδυση του αυταρχισμού. Ο Paulo Freire αντιλήφθηκε ότι μια τέτοια πολιτική θεμελιώνεται σε μια «παιδαγωγική της ελπίδας», μιας συμπεριληπτικής παιδαγωγικής που θα αφομοιώνει και θα αφομοιώνεται από μια κριτική ανάγνωση του κόσμου στην προσπάθεια να εγκαθιδρυθούν τρόποι πάλης που βασίζονται στις αρχές της κοινωνικής – οικονομικής ισότητας αλλά και της ανθρώπινης ελευθερίας.

Είναι δύσκολο να φανταστούμε μια πιο επείγουσα περίσταση για να λάβουμε σοβαρά τις διαρκείς προσπάθειες του Freire να καταστήσει την εκπαίδευση κεντρικό στοιχείο της πολιτικής. Το διακύβευμα για τον Freire ήταν η ιδέα ότι η εκπαίδευση ήταν μια κοινωνική έννοια, η οποία θεμελιώνεται στην προοπτική της χειραφέτησης όλων των ανθρώπων. Επιπλέον, πρόκειται για εκείνη την εκπαίδευση που ενθαρρύνει την ανθρώπινη δραστηριότητα και μεσολάβηση, μια εκπαίδευση που δεν αρκείται στο να καταστήσει τους ανθρώπους αποκλειστικά και μόνο κριτικά σκεπτόμενους, αλλά και αφοσιωμένα άτομα, φορείς κοινωνικής δράσης. Πρόκειται για μια παιδαγωγική που μας καλεί πέρα από τα όρια του εαυτού μας, προβάλλοντας την ηθική αναγκαιότητα της αλληλοβοήθειας και της αλληλεγγύης με την ταυτόχρονη αποδόμηση και αποκαθήλωση των δομών κυριαρχίας στην προοπτική να μετασχηματιστούμε στα υποκείμενα της ιστορίας, της πολιτικής και της εξουσίας. Eαν πρόκειται να αναπτύξουμε μια πολιτική ικανή να αφυπνίσει τις κριτικές, επινοητικές και ιστορικές μας ευαισθησίες, τότε είναι ζωτικής σημασίας για τους εκπαιδευτικούς και άλλους να ενθυμούνται το συνεχιζόμενο έργο του Freire για τον γραμματισμό (literacy). Αυτό ήταν ένα πολιτικό σχέδιο στο οποίο ο πολιτικός εγγραμματισμός, εμπλουτισμένος με μια γλώσσα κριτικής και δυνατότητας, μπορεί να προσεγγίσει ένα σημαντικό ζήτημα, δηλαδή εκείνη την άποψη όπου δεν υπάρχει δημοκρατία χωρίς μορφωμένους και πολιτικά εγγράμματους πολίτες. Μια τέτοια γλώσσα είναι απαραίτητη για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για τη σφυρηλάτηση μιας διεθνούς συλλογικής αντίστασης μεταξύ εκπαιδευτικών, νέων, καλλιτεχνών και άλλων εργαζομένων στον πολιτισμό για την υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών. Ένα τέτοιο κοινωνικό κίνημα είναι απαραίτητο ώστε να αντισταθούμε και να ξεπεράσουμε τους τυραννικούς φασιστικούς εφιάλτες που έχουν κατακλύσει τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βραζιλία και πολλές άλλες χώρες που μαστίζονται από την άνοδο των δεξιών λαϊκιστικών κινημάτων και των νεοναζιστικών κομμάτων. Σε μια εποχή κοινωνικής απομόνωσης, διάχυσης της πληροφορίας, αμεσολάβητης κουλτούρας (η κουλτούρα της αμεσότητας), υπερκατανάλωσης και θεαματοποιημένης βίας, είναι ακόμη πιο κρίσιμο να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας την ιδέα ότι μια δημοκρατία δεν μπορεί να την υπερασπιστεί κανείς ή ακόμη και να υπάρξει χωρίς πολιτικά εγγράμματους και κριτικά ενεργούς πολίτες.

Η εκπαίδευση, τόσο στις συμβολικές όσο και στις θεσμικές μορφές της, έχει να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην καταπολέμηση της αναβίωσης της κουλτούρας του φασισμού, των μυθολογικών ιστορικών αφηγήσεων και των αναδυόμενων ιδεολογιών της λευκής υπεροχής και του λευκού εθνικισμού. Επιπλέον, καθώς οι φασίστες σε όλο τον κόσμο διαδίδουν τοξικές ρατσιστικές και υπερεθνικιστικές αφηγήσεις του παρελθόντος, είναι απαραίτητο να αξιοποιήσουμε την εκπαίδευση ως μια μορφή ιστορικής συνείδησης και ηθικής επιβεβαίωσης. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε μια εποχή που η ιστορική και κοινωνική αμνησία έχουν εξελιχθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες σε εθνική ενασχόληση αναψυχής, ιδανικά συνδυασμένη με την αρρενοποίηση της δημόσιας σφαίρας και την αυξανόμενη κανονικοποίηση μιας φασιστικής πολιτικής που ευδοκιμεί στην άγνοια, τον φόβο, την καταστολή της  διαφορετικής άποψης και το μίσος για τους άλλους. Η εκπαίδευση ως μορφή πολιτιστικής εργασίας εκτείνεται πολύ πέρα από τη σχολική τάξη και το παιδαγωγικό της αποτύπωμα στο σχολείο, η επιρροή της εκπαίδευσης, αν και συχνά ανεπαίσθητη, είναι ζωτικής σημασίας για την αμφισβήτηση και την αντίσταση στην άνοδο των φασιστικών παιδαγωγικών σχηματισμών ή την ένταξη των φασιστικών αρχών και ιδεών στην εκπαιδευτική διαδικασία [4].

Το παιδαγωγικό μάθημα εδώ είναι ότι ο φασισμός εκκινώντας από μια ρητορική μίσους και τη δαιμονοποίηση των ανθρώπων που θεωρούνται αναλώσιμοι, προχωρά σε μια επίθεση στις ιδέες καθαυτές, το κάψιμο των βιβλίων, την εξαφάνιση των διανοουμένων, την ανάδυση του κράτους καταστολής, της φρίκης των φυλακών και των στρατοπέδων κράτησης. Ως μια μορφή πολιτισμικής πολιτικής, η κριτική παιδαγωγική παρέχει την υπόσχεση ενός προστατευμένου περιβάλλοντος μέσα στο οποίο μπορούμε να σκεφτόμαστε ενάντια στην κρατούσα άποψη, ενός χώρου-θύλακα για να αμφισβητούμε και να προκαλούμε, να φανταζόμαστε τον κόσμο από διαφορετικές θέσεις και προοπτικές, να αναστοχαζόμαστε τον εαυτό μας σε σχέση με τους άλλους και, με αυτόν τον τρόπο, να κατανοούμε τι σημαίνει «να επιλαμβάνομαι την αίσθηση της πολιτικής και της κοινωνικής ευθύνης»[5].

Η πολιτική ως φορέας καλλιέργειας και διαμόρφωσης πολιτισμού την τελευταία εικοσαετία έχει γίνει τοξική, καθώς οι κυρίαρχες ελίτ αποκτούν όλο και περισσότερο τον έλεγχο των επιτελικών πολιτιστικών μηχανισμών, μετατρέποντάς τους σε μηχανές παιδαγωγικής για την απονέκρωση της φαντασίας, υπηρετώντας τον ηθικό εφησυχασμό, νομιμοποιώντας εξευτελιστικές και ταπεινωτικές εικόνες των φτωχών, των μεταναστών, των μουσουλμάνων και όλων όσων οι ζωές θεωρούνται περιττές ή ήδη καταδικασμένες στον ακραίο/τελικό κοινωνικό αποκλεισμό. Η μηχανή των καπιταλιστικών ονείρων και υποσχέσεων, επανέρχεται στο προσκήνιο με τεράστια κέρδη για τους υπερ-πλούσιους, τους διαχειριστές των κερδοσκοπικών αμοιβαίων κεφαλαίων (hedge funds) και τους μεγάλους παίκτες στις βιομηχανίες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Σε αυτό το νέο σκηνικό πλούτου, απάτης και κοινωνικού ατομισμού, ένας άγριος και φονταμενταλιστικός καπιταλισμός προωθεί το έθος του αξιώματος «ο νικητής τα παίρνει όλα», όσο κανονικοποιεί τις τεράστιες ανισότητες στον πλούτο και στην ισχύ, όσο υπονομεύει με σφοδρότητα το κράτος πρόνοιας, εξωθώντας με αυτό τον τρόπο εκατομμύρια ανθρώπους στην ανέχεια και τη δυστυχία.

Οι γεωγραφίες της ηθικής και της πολιτικής παρακμής έχουν γίνει το οργανωτικό πρότυπο του εξιδανικευμένου ονειρώδους κόσμου της κατανάλωσης, της ιδιωτικοποίησης, της επιτήρησης και της απορρύθμισης. Μέσα σε αυτό το ολοένα και πιο φασιστικό σκηνικό, οι δημόσιες σφαίρες αντικαθίστανται από ζώνες κοινωνικής εγκατάλειψης που ευδοκιμούνε και ακμάζουν καθώς αιματοδοτούνται από τα νεκροζώντανα ανδρείκελα της βαναυσότητας και της δυστυχίας.

Η εκπαίδευση κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες έχει μειώσει ραγδαία τα περιθώριά της να εκπαιδεύει τους νέους στο να είναι στοχαστικοί, κριτικοί και ενεργά κοινωνικά υποκείμενα. Στα νεοφιλελεύθερα καθεστώτα, οι ουτοπικές δυνατότητες, που συνδέονταν παλαιότερα με τη δημόσια υποχρεωτική και την τριτοβάθμια εκπαίδευση ως δημόσιο αγαθό ικανό να προάγει την κοινωνική ισότητα και να υποστηρίζει τη δημοκρατία, έχουν καταστεί εξαιρετικά επικίνδυνες για τους αποστόλους του αυταρχισμού. Όλο και περισσότερο, τα δημόσια σχολεία υπόκεινται στις τοξικές δυνάμεις της ιδιωτικοποίησης και των ανεγκέφαλων τυποποιημένων προγραμμάτων σπουδών, ενώ οι δάσκαλοι απολύονται και υπόκεινται σε αφόρητες συνθήκες εργασίας. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση μιμείται πλέον μια επιχειρηματική κουλτούρα που διοικείται από έναν διευθυντικό στρατό γραφειοκρατών, ερωτευμένων με τις αξίες της αγοράς, οι οποίοι μοιάζουν με τους αρχιερείς ενός οπισθοδρομικού εργαλειακού ορθολογισμού. Τα οράματα της δημοκρατίας βρίσκονται υπό εξορία σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης.

Η κριτική σκέψη και το όραμα ενός καλύτερου κόσμου αποτελούν άμεση απειλή για τη νεοφιλελεύθερη ορθολογικότητα, για την οποία το μέλλον πρέπει πάντα να αναπαράγει το παρόν σε έναν ατελείωτο κύκλο όπου το κεφάλαιο και οι ταυτότητες που νομιμοποιεί συγχωνεύονται μεταξύ τους σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «νεκρή ζώνη της φαντασίας» και «παιδαγωγικές της καταστολής». Αυτή η δυστοπική παρόρμηση διακρίνεται στον σχηματισμό πολυειδών μορφών ανισότητας και βίας – που περιλαμβάνουν τόσο τη συμβολική βία όσο και τη δομική, ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας ορισμού της εκπαίδευσης ως θεσμού προς ιδιωτικοποίηση, με καθαρά εργαλειακούς, αντι-διανοητικούς όρους.

Είναι σαφές ότι οι νεοφιλελεύθερες διαδικασίες στην εκπαίδευση επιχειρούν να διαπαιδαγωγούν τους σπουδαστές στις νόρμες του ιδιοτελούς συμφέροντος, του σκληρού ανταγωνισμού, του ανεξέλεγκτου ατομικισμού, του καταναλωτικού ήθους. Οι νέοι καλούνται πλέον να επενδύσουν στην καριέρα τους, να προπαρασκευάσουν τα βιογραφικά τους και να κατακτήσουν την επιτυχία με κάθε κόστος. Πρόκειται ακριβώς για την αντικατάσταση της ελπίδας ως αποτέλεσμα μόρφωσης και προσωπικής καλλιέργειας, με ένα επιθετικό δυστοπικό νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα, μια πολιτισμική πολιτική που αναφέρεται στην τρέχουσα επίθεση στη δημόσια υποχρεωτική αλλά και στην ανώτερη εκπαίδευση σε διάφορα μέρη του πλανήτη. Στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού, η επωδός της ιδιωτικοποίησης, της απορρύθμισης και της καταστροφής των δημόσιων αγαθών, συνδυάζεται με την ολέθρια και επιβλαβή συγχώνευση της ανισότητας και της απληστίας στους εγκλωβισμένους απόκληρους πρόσφυγες/μετανάστες με τις νατιβιστικές τους γλώσσες, εντός των κλειστών τύπου κέντρων υποδοχής, ανάμεσα σε τείχη, μέσα στα στρατόπεδα ψυχών, εγκαταλελειμμένων.

Ζωτικής σημασίας για τους εκπαιδευτικούς είναι να επαναφέρουν στη μνήμη ότι η γλώσσα δεν είναι απλώς και μόνο ένα μέσο φόβου, βίας και εκφοβισμού, είναι επίσης ένα μέσο κριτικής, πολιτικού θάρρους, αντίστασης και στρατευμένης αυτενέργειας. Ζούμε σε μια εποχή όπου η γλώσσα της δημοκρατίας έχει λεηλατηθεί, στερείται των υποσχέσεων και των ελπίδων της. Για παράδειγμα, στο καθεστώς Donald Trump και παρόμοιων αυταρχικών όπως ο Jair Bolsonaro στη Βραζιλία και του Viktor Orbán στην Ουγγαρία, η υποβάθμιση της γλώσσας ενισχύει την παρατήρηση του Uberto Eco ότι η εκπαίδευση αποτελεί το κύριο οργανωτικό διακριτικό του φασισμού. Σύμφωνα με τον Eco, ένα από τα κεντρικά χαρακτηριστικά αυτού που αποκάλεσε «πρωτογενή φασισμό» (Ur-Fascism) ήταν η υπονόμευση της αγωγής των πολιτών μέσω των Φασιστικών σχολικών βιβλίων, τα οποία χρησιμοποιούσαν ένα φτωχό λεξιλόγιο, στοιχειώδη σύνταξη, ώστε να περιοριστούν τα μέσα και οι δυνατότητες για κριτικό συλλογισμό[6].

            Αν πρόκειται να ηττηθεί ο φασισμός, υπάρχει η αδήριτη ανάγκη ώστε η εκπαίδευση να αποτελέσει τη θεμελιώδη οργανωτική αρχή της πολιτικής και, εν μέρει, αυτό μπορεί να επιτευχθεί με φορέα τη χρήση μιας γλώσσας που υποδηλώνει, γνωστοποιεί και ξεδιπλώνει τα ψέματα, τα συστήματα καταπίεσης και τις διεφθαρμένες σχέσεις εξουσίας, ενώ παράλληλα να αποσαφηνίζεται ότι ένα εναλλακτικό μέλλον είναι εφικτό. Η Hannah Arendt είχε δίκιο όταν υποστήριζε ότι η γλώσσα είναι ζωτικής σημασίας για την ανάδειξη των συχνά κρυμμένων «αποκρυσταλλωμένων στοιχείων» που καθιστούν ενδεχόμενο τον φασισμό [7]. Η γλώσσα θεωρείται ένα ισχυρό εργαλείο για την αναζήτηση της αλήθειας και την καταδίκη του ψεύδους και της αδικίας. Επιπλέον, μέσω της γλώσσας μπορεί να θυμηθεί κανείς τόσο την ιστορική προέλευση του φασισμού όσο και να ενστερνιστεί εκείνα τα διδάγματα των κοινωνικών, πολιτικών, ιδεολογικών συνθηκών συγκρότησής του, που οδήγησαν στις τραγωδίες της γενοκτονίας πληθυσμών. Να αναγνωρίσει εντέλει ότι ο φασισμός δεν αφορά αποκλειστικά την ιστορική ερμηνεία του παρελθόντος, αλλά τη μελέτη εκείνου του ίχνους του που παραμένει λανθάνον, ακόμη και στις ισχυρότερες δημοκρατίες. Ο Paul Gilroy υποστηρίζει ορθά ότι είναι ζωτικής σημασίας στην παρούσα ιστορική στιγμή να ασχοληθούμε εκ νέου με τον φασισμό, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τον τρόπο με τον οποίο διαθλαστικά έχει μορφοποιηθεί σε εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, έτσι ώστε με τη στάση μας αυτή «να εργαστούμε προς την κατεύθυνση της απαλλαγής του όρου «φασισμός» από την τετριμμένη και ρηχή του νοηματοδότηση και της επαναφοράς του στο επίκεντρο της συζήτησης για τα ηθικά και πολιτικά όρια του τι γίνεται αποδεκτό»[8].

Ο Gilroy παρέχει έναν ακόμη λόγο για να κάνουν οι εκπαιδευτικοί το πολιτικό περισσότερο παιδαγωγικό και το παιδαγωγικό περισσότερο πολιτικό. Το τελευταίο είναι ζωτικής σημασίας προκειμένου να αναγνωρίσουμε, όπως μας υπενθυμίζει ο Freire, ότι η παιδαγωγική ορίζεται ως ένας αδιάκοπος αγώνας για τη δράση, τις ταυτότητες, τις επιθυμίες και τις αξίες, αποδεχόμενοι ταυτόχρονα τον κρίσιμο ρόλο που έχει να διαδραματίσει η παιδαγωγική στην αντιμετώπιση σημαντικών κοινωνικών θεμάτων και στην προάσπιση της δημόσιας υποχρεωτικής και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ως τομέων μιας δημοκρατικής δημόσιας σφαίρας. Σε αυτή την περίπτωση, το να μεταβάλλουμε το πολιτικό σε παιδαγωγικό υποδεικνύει μορφές γνώσης, παιδαγωγικών και κοινωνικών πρακτικών που όχι μόνο επιβεβαιώνουν την αντιπολιτευτική πολιτιστική εργασία αλλά προσφέρουν επιπλέον ευκαιρίες για την παρώθηση/ενίσχυση της συλλογικής οργής σε συνδυασμό με την άμεση μαζική δράση, ενάντια σε έναν αδίστακτο κερδοσκοπικό καπιταλισμό (casino capitalism) και την αναδυόμενη φασιστική πολιτική. Μια τέτοια κινητοποίηση πρέπει να αντιταχθεί στις κραυγαλέες υλικές ανισότητες και στην αυξανόμενη κυνική πεποίθηση ότι δημοκρατία και καπιταλισμός ορίζονται ως συνώνυμες έννοιες. Τουλάχιστον, η κριτική παιδαγωγική εισηγείται ότι η εκπαίδευση είναι μια μορφή πολιτικής παρέμβασης στον κόσμο, ικανή καθαυτή να δημιουργήσει τις δυνατότητες για τον προσωπικό-ατομικό και τον ευρύτερο κοινωνικό μετασχηματισμό.

            Η άγνοια κυβερνά σήμερα την Αμερική. Όχι η απλή, αν και κάπως αθώα άγνοια που προέρχεται από την απουσία γνώσης, αλλά μια κακόβουλη άγνοια που σφυρηλατεί την αλαζονεία της άρνησης να σκεφτείς σοβαρά για ένα θέμα, να ασχοληθείς με μια στρατευμένη, μαχόμενη γλώσσα στην αναζήτηση της δικαιοσύνης. Ο James Baldwin είχε ασφαλώς δίκιο όταν απηύθυνε την αυστηρή προειδοποίηση στο βιβλίο του No Name in the Street ότι «η άγνοια, με σύμμαχο την εξουσία, είναι ο πιο άγριος εχθρός που μπορεί να έχει η δικαιοσύνη». Η σκέψη θεωρείται πλέον πράξη βλακείας και η απερισκεψία θεωρείται αρετή. Όλα τα ίχνη της κριτικής σκέψης εμφανίζονται μόνο στο περιθώριο της κουλτούρας, καθώς η άγνοια γίνεται η πρωταρχική οργανωτική αρχή της αμερικανικής κοινωνίας. Όπως είναι γνωστό, η άγνοια του προέδρου Trump επιδεικνύεται καθημερινά. Δεν είναι μόνο ένας κατά συρροή ψεύτης, αλλά η άγνοιά του χρησιμεύει επίσης ως εργαλείο της εξουσίας για να αποτρέψει τη δημόσια λογοδοσία της. Επιπλέον, η άγνοια είναι ο εχθρός της κριτικής σκέψης, των μαχόμενων διανοουμένων και των χειραφετητικών μορφών εκπαίδευσης. Η άγνοια δεν είναι αθώα, ειδικά όταν τείνει να καταστεί κυρίαρχη στο πεδίο της κοινής λογικής, ορίζοντας τη σκέψη ως επικίνδυνη, ενώ παράλληλα επιδεικνύεται περιφρόνηση για την αλήθεια, τα επιστημονικά στοιχεία και τις ορθολογικές κρίσεις. Ωστόσο, εδώ διακυβεύονται περισσότερα από τη συγκρότηση μιας κακώς εννοούμενη μορφής αναλφαβητισμού που εξυμνείται ως κοινή λογική, και αυτό αφορά την εξομάλυνση και την κανονικοποίηση των ψευδών ειδήσεων καθώς και τη συρρίκνωση των πολιτικών οριζόντων ως προς τις εναλλακτικές επιλογές που υπάρχουν. Εντέλει, ο περιορισμός των οριζόντων της πολιτικής συνδυάζεται με την άρθρωση στο δημόσιο λόγο μηνυμάτων βαναυσότητας και μιας “ευρέως εγκεκριμένης αναλγησίας» [9].

            Οι ίδιες οι συνθήκες που επιτρέπουν στους ανθρώπους να λαμβάνουν ενημερωμένες αποφάσεις βρίσκονται υπό πολιορκία, αίρονται σταδιακά καθώς τα σχολεία υποχρηματοδοτούνται, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης γίνονται όλο και πιο συντεχνιακά, οι αντιπολιτευόμενοι δημοσιογράφοι αποπέμπονται ή δολοφονούνται ενώ η τηλεόραση των εκπομπών ρεάλιτι μετατρέπεται σε υπόδειγμα μαζικής ψυχαγωγίας. Ζούμε πλέον μια νέα εποχή βαναυσότητας, στην οποία μας λένε ότι το αποτύπωμα της δράσης μας δηλώνει ότι βρισκόμαστε σε έναν διαρκή, ατελέσφορο πόλεμο με τους άλλους, απελευθερώνοντας την πιο αδίστακτη και ανταγωνιστική πλευρά μας, εμπεδώνοντας τρόπους επιβίωσης, σε αυτό που η Naomi Klein αποκαλεί την «ανελέητη ζούγκλα του ύστερου καπιταλισμού».

            Υπό αυτές τις συνθήκες, υπάρχει μια πλήρους κλίμακας επίθεση στη στοχαστική λογική, την ενσυναίσθηση, τη συλλογική αντίσταση και τη συμπονετική φαντασία. Κατά κάποιο τρόπο, η δικτατορία της άγνοιας μοιάζει με αυτό που ο συγγραφέας John Berger ονομάζει «ηθικοκτονία» (ethicide) και ο Joshua Sperling ορίζει ως, «την άμβλυνση των αισθήσεων- την αποψίλωση της γλώσσας – τη διαγραφή της σύνδεσης με το παρελθόν, τους νεκρούς, τον τόπο, τη γη, το έδαφος – ενδεχομένως, επίσης, τη διαγραφή ακόμη και ορισμένων συναισθημάτων, είτε πρόκειται για τον οίκτο, τη συμπόνια, την παρηγοριά, το πένθος ή την ελπίδα» [10].

            Λέξεις όπως η αγάπη, η εμπιστοσύνη, η ελευθερία, η ευθύνη και η επιλογή έχουν παραμορφωθεί από μια λογική της αγοράς που περιορίζει το νόημά τους είτε σε μια σχέση με ένα εμπόρευμα είτε σε μια περιοριστική έννοια του ιδιοτελούς ατομικού συμφέροντος. Ελευθερία σημαίνει πλέον να αποσπάς τον εαυτό σου από κάθε αίσθηση κοινωνικής ευθύνης, ώστε να μπορείς να υποχωρήσεις σε τροχιές αυταρέσκειας και συμβιβασμού με όλες τις εκφάνσεις ιδιωτικοποίησης του βίου. Κάπως έτσι γίνεται. Η νέα μορφή αναλφαβητισμού δεν αποτελεί απλώς απουσία μάθησης, ιδεών ή γνώσης, ούτε μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε αυτό που έχει ονομαστεί «κοινωνία των έξυπνων κινητών (smartphones)»[11]. Αντιθέτως, πρόκειται για μια σκόπιμη πρακτική, ένας υφιστάμενος στόχος που χρησιμοποιείται για να αποπολιτικοποιήσει δραστικά τους ανθρώπους καθιστώντας τους συμμέτοχους στις δυνάμεις που επιβάλλουν τη δυστυχία και τον πόνο στη ζωή τους.

            Δεδομένης της σημερινής κρίσης της πολιτικής, της δράσης, της ιστορίας και της μνήμης, οι εκπαιδευτικοί χρειάζονται μια νέα πολιτική και παιδαγωγική γλώσσα για να ανταπεξέλθουν στα κοινωνικοπολιτικά συμφραζόμενα, να αντιμάχονται κρίσιμα ζητήματα που αφορούν έναν κόσμο τον οποίο το κεφάλαιο υποτάσσει αντλώντας ισχύ από μια άνευ προηγουμένου σύγκλιση πόρων -χρηματοοικονομικών, πολιτιστικών, πολιτικών, οικονομικών, επιστημονικών, στρατιωτικών και τεχνολογικών- για να ασκήσει ισχυρές και ποικίλες μορφές ελέγχου. Εάν οι εκπαιδευτικοί και οι υπόλοιποι αλληλέγγυοι, πρόκειται να ξεπεράσουν την αυξανόμενη ικανότητα του παγκόσμιου καπιταλισμού να διαχωρίζει την παραδοσιακή σφαίρα της πολιτικής από την υπερεθνική πλέον εμβέλεια της εξουσίας, τότε είναι ζωτικής σημασίας να αναπτυχθούν εκπαιδευτικές προσεγγίσεις που θα απορρίπτουν την κατάρρευση της διάκρισης μεταξύ ελευθεριών της αγοράς και πολιτικών ελευθεριών, μεταξύ της οικονομίας της αγοράς και της κοινωνίας της αγοράς. Η αντίσταση δεν ξεκινά με τη μεταρρύθμιση του καπιταλισμού αλλά με την κατάργησή του. Σε αυτή την περίπτωση, η κριτική παιδαγωγική αποτελεί μια πολιτική και ηθική πράξη, στον αγώνα για την αναβίωση του πολιτικού εγγραμματισμού, της πολιτικής κουλτούρας και της ιδέας της συλλογικής/κοινής (shared) πολιτειότητας. Η πολιτική φαίνεται να εκτοπίζει τις απελευθερωτικές/χειραφετητικές της δυνατότητες όσο δεν μπορεί να προσφέρει εκείνες τις μορφωτικές και εκπαιδευτικές συνθήκες που θα επιτρέψουν στους νεότερους να σκέφτονται ενάντια στο ρεύμα, να συνειδητοποιούν τους εαυτούς τους ως ενημερωμένους, κριτικούς, μαχόμενους, αγωνιστές πολίτες. Δεν υπάρχει ριζοσπαστική πολιτική χωρίς μια παιδαγωγική ικανή να αφυπνίσει τη συνείδηση, να αμφισβητήσει την κοινή λογική και να δημιουργήσει τρόπους ανάλυσης στους οποίους οι άνθρωποι ανακαλύπτουν μια στιγμή αναγνώρισης που τους επιτρέπει να επανεξετάσουν τις συνθήκες που διαμορφώνουν τη ζωή τους. Αυτή είναι η στιγμή της ελπίδας κατά την οποία, όπως επισημαίνει η Ruth Levitas, η αίσθηση ότι «κάτι λείπει, επιβεβαιώνεται διαρκώς κάθε φορά που διερευνούμε την πιθανότητα που θα μπορούσαν όλα να είναι διαφορετικά ή όποτε αναρωτιόμαστε πώς η αδιάλειπτη αίσθηση της απώλειας θα μπορούσε να [μετριαστεί]» [12].

            Κατά κανόνα, οι εκπαιδευτικοί πρέπει να κάνουν πολλά περισσότερα από το να επινοούν τις προϋποθέσεις για την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και τη διατήρηση της αίσθησης της ελπίδας για τους/τις μαθητές/μαθήτριές τους. Χρειάζεται, επιπρόσθετα, να αναλάβουν υπεύθυνα τον ρόλο τους ως «δημόσιοι παιδαγωγοί» στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο και να είναι πρόθυμοι/ες να μοιραστούν τις ιδέες τους με άλλους/άλλες εκπαιδευτικούς και το ευρύτερο κοινό, κάνοντας χρήση των νέων τεχνολογιών των μέσων ενημέρωσης.

            Η επαφή και η επικοινωνία με το δημόσιο ακροατήριο αφορά τη διαχείριση ευκαιριών για συγγραφή, δημόσιες ομιλίες και συνεντεύξεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης που προσφέρονται από το ραδιόφωνο, το Διαδίκτυο, τα εναλλακτικά περιοδικά και τη διδασκαλία νέων και ενηλίκων σε εναλλακτικά σχολεία, για να αναφέρουμε μόνο μερικά από αυτά. Αξιοποιώντας τον ρόλο τους ως δημόσιοι διανοούμενοι, οι διδάσκοντες μπορούν να απευθύνονται σε γενικότερα ακροατήρια σε μια γλώσσα που είναι σαφής, προσιτή και αυστηρή. Το πιο σημαντικό είναι ότι, καθώς οι εκπαιδευτικοί οργανώνονται για να αναδείξουν τόσο τη σπουδαιότητα του ρόλου τους ως πολίτες-εκπαιδευτές όσο και την πρωτοκαθεδρία του ρόλου της εκπαίδευσης σε μια δημοκρατία, μπορούν να σφυρηλατήσουν νέες συμμαχίες και συνδέσεις για την ανάπτυξη κοινωνικών κινημάτων που περιλαμβάνουν και επεκτείνονται πέρα από τη συνεργασία με τα συνδικάτα.

            Η εκπαίδευση συνιστά πεδίο εξουσίας στον σύγχρονο κόσμο. Εάν οι εκπαιδευτικοί ανησυχούν πραγματικά για τη διασφάλιση της εκπαίδευσης, θα πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη τον τρόπο λειτουργίας της παιδαγωγικής σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο. Η κριτική παιδαγωγική μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο τόσο στην κατανόηση όσο και στην αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο η ισχύς, η γνώση και οι αξίες προάγονται, επιβεβαιώνονται, εξελίσσονται εντός και εκτός της πειθαρχίας του Λόγου ή/και των πολιτισμικά προσδιορισμένων σημαινόμενων. Σε τοπικό επίπεδο, η κριτική παιδαγωγική γίνεται ένα σημαντικό θεωρητικό σύνεργο για την κατανόηση των θεσμικών συνθηκών που θέτουν περιορισμούς στην παραγωγή γνώσης, στις διεργασίες της μάθησης, στην ακαδημαϊκή εργασία, στις κοινωνικές σχέσεις και στην ίδια την ιδέα της δημοκρατίας. Η κριτική παιδαγωγική παρακινεί και ενθαρρύνει την ανοικτή συμμετοχή σε έναν διάλογο που αντιτίθεται στην οικοδόμηση κοινωνικών ιεραρχιών, ταυτοτήτων και ιδεολογιών που διαπερνούν τοπικά και εθνικά σύνορα. Επιπλέον, η παιδαγωγική ως φορέας δημιουργίας και πολλαπλασιαστής κριτικού αναστοχασμού παρέχει τη δυνατότητα στους/στις μαθητές/μαθήτριες να συνδέσουν την κατανόηση με τη δέσμευση και την προοπτική του κοινωνικού μετασχηματισμού αναζητώντας τη μέγιστη δυνατή δικαιοσύνη.

            Αυτό υποδηλώνει ότι μία από τις σοβαρότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί, οι καλλιτέχνες, οι δημοσιογράφοι, οι συγγραφείς και όλοι οι άλλοι εργαζόμενοι στον πολιτισμό είναι το έργο της ανάπτυξης Λόγου αλλά και παιδαγωγικών πρακτικών που να συνδέουν μια κριτική ανάγνωση τόσο των λέξεων στα κείμενα όσο και των κοινωνικών σχέσεων του κόσμου με τρόπους που θα υποκινούν και θα ενισχύουν τις δημιουργικές ικανότητες των νέων. Παρέχοντας και δρομολογώντας τις προϋποθέσεις ώστε για να γίνουν και οι ίδιοι/ίδιες κριτικοί συντελεστές της συμμετοχή τους στη δημόσια σφαίρα. Αναλαμβάνοντας αυτό το έργο, οι εκπαιδευτικοί και οι αλληλέγγυοι θα πρέπει να αποπειρώνται να επινοήσουν και να συνθέσουν τις συνθήκες εκείνες που θα δώσουν στους/στις μαθητές/μαθήτριες την ευκαιρία να αποκτήσουν τη γνώση, τις αξίες και το πολιτικό θάρρος που θα τους/τις επιτρέπει να αγωνιστούν προκειμένου να καταστήσουν την ερήμωση, τον αναχωρητισμό και τον κυνισμό μη πειστικές πρακτικές, υποδαυλίζοντας την ελπίδα ως εφικτή, υλοποιήσιμη επαγγελία. Η ελπίδα σε αυτή την περίπτωση νοείται ως το απαύγασμα της μορφωτικής διαδικασίας, το απόσταγμα συνειδητών παιδευτικών διεργασιών, απομακρυσμένη από τη φαντασίωση ενός ιδεαλισμού που αγνοεί τους περιορισμούς που αντιμετωπίζει ο αγώνας για μια ριζοσπαστική δημοκρατική κοινωνία. Η εκδοχή της ελπίδας, ως καρπός μιας συστηματικής σειράς ενεργειών απόκτησης μόρφωσης, η «ελπίδα που βασίζεται στη μόρφωση» (educated hope) δεν προσχεδιάζεται σαν ένα κάλεσμα με πρόθεση να παραβλέψουμε τις δύσκολες συνθήκες που εγείρονται τόσο στα σχολεία όσο και στην ευρύτερη κοινωνική δομή. Η «ελπίδα που βασίζεται στη μόρφωση» δεν παραπέμπει σε ένα σχέδιο, απόμακρο και απομονωμένο από τις τρέχουσες κοινωνικές συνθήκες και τους κοινωνικούς αγώνες. Αντιθέτως, σχετίζεται, συνίσταται ως εκείνη η προϋπόθεση για να μην φανταστούμε ένα μέλλον που θα ισοδυναμεί με το παρόν, ώστε να μη βιώσουμε ένα μέλλον που θα αναπαράγει τους εφιάλτες του παρόντος. Η «ελπίδα που βασίζεται στη μόρφωση», η «μορφωμένη/καλλιεργημένη ελπίδα» παρέχει τη βάση, το στήριγμα για την αξιοπρεπή εργασία των εκπαιδευτικών – προσφέρει εκείνη την κριτική και κρίσιμη γνώση που σχετίζεται με τη δημοκρατική κοινωνική αλλαγή, επιβεβαιώνει κοινές ευθύνες και ενθαρρύνει εκπαιδευτικούς και μαθητές να αναγνωρίσουν την αμφιθυμία, την αβεβαιότητα και την αντίφαση ως θεμελιώδεις διαστάσεις της μάθησης. Μια τέτοια ελπίδα προσφέρει τη δυνατότητα να σκεφτόμαστε πέρα από το δεδομένο. Όσο δύσκολο κι αν φαίνεται αυτό το έργο στους εκπαιδευτικούς, αν όχι στο ευρύτερο κοινό, πρόκειται για έναν αγώνα που αξίζει να διεξαχθεί.

            Σε μια εποχή ληστρικού καπιταλισμού και της αναδυόμενης φασιστικής πολιτικής, οι εκπαιδευτικοί, οι μαθητές και οι ενδιαφερόμενοι πολίτες αντιμετωπίζουν την πρόκληση να παρέχουν μια γλώσσα που αγκαλιάζει έναν «μαχητικό ουτοπισμό», ενώ ταυτόχρονα χρειάζεται να είμαστε διαρκώς προσεκτικοί απέναντι στις δυνάμεις εκείνες που προσπαθούν να μετατρέψουν αυτή την ελπίδα σε ένα νέο σύνθημα ή να τιμωρήσουν και να απορρίψουν όσους/όσες τολμούν να κοιτάξουν πέρα από τον ορίζοντα του συμβατικού και του τετριμμένου. Ο φασισμός υποθάλπει τον κυνισμό, εχθρεύεται την μαχητική και κοινωνική ελπίδα. Η ελπίδα, για την ακρίβεια, αν μετριάζεται και αμβλύνεται από την πολύπλοκη πραγματικότητα των καιρών, θεωρείται την ίδια στιγμή, ως έργο και προϋπόθεση για την παροχή μιας αίσθησης συλλογικής δράσης, αντίστασης, πολιτικής φαντασίας και δεσμευμένης συμμετοχής. Χωρίς ελπίδα, ακόμη και στους πιο δύσκολους καιρούς, δεν υπάρχει δυνατότητα αντίστασης, διαφωνίας και αγώνα. Η δράση είναι η προϋπόθεση του αγώνα και η ελπίδα είναι η προϋπόθεση της δράσης. Η ελπίδα διευρύνει το πεδίο του εφικτού/δυνατού και γίνεται ένας τρόπος αναγνώρισης και κατονομασίας της ατελούς φύσης του παρόντος.

            Η ελπίδα καθορίζεται ως το συναισθηματικό προαπαιτούμενο και το πνευματικό κριτήριο για τον ατομικό και κοινωνικό αγώνα. Η ελπίδα, όχι η απελπισία, θεωρείται ο απαρέγκλιτος όρος που ενθαρρύνει την κριτική εκ μέρους των διανοουμένων εντός και εκτός τη ακαδημαϊκής κοινότητας, οι οποίοι/οποίες υιοθετούν τα εφόδια της θεωρίας για να αντιμετωπίσουν άμεσα και αυστηρά τα κοινωνικά προβλήματα. Στην ελπίδα ριζώνει το πολιτικό θάρρος που μεταφράζει την κριτική σε πολιτική δράση. Η ελπίδα ως επιθυμία για ένα μέλλον που προσφέρει περισσότερα από το παρόν, γίνεται πιο έντονη όταν η ζωή οποιουδήποτε δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη, προαποφασισμένη. Μόνο αν διαφυλάξουμε, τόσο την κριτική όσο και την ελπίδα σε ανάλογο πλαίσιο, η αντίσταση θα καταστήσει με σαφήνεια και ακρίβεια τη δυνατότητα μετασχηματισμού της πολιτικής σε ηθικό εγχείρημα και σε δημόσια πράξη. Η οικοδόμηση ενός καλύτερου μέλλοντος από αυτό που περιμένουμε τώρα να ξεδιπλωθεί, δεν θα απαιτήσει τίποτα λιγότερο από την αντιμετώπιση της ακολουθίας της καθημερινής εμπειρίας και του βάρους της κοινωνικής δυστυχίας με τη δύναμη της ατομικής και της συλλογικής αντίστασης καθώς και της εμπλοκής σε τούτη την προσπάθεια του ατελεύτητου σχεδίου του δημοκρατικού κοινωνικού μετασχηματισμού. Ταυτόχρονα, προκειμένου η αντίσταση να αναλάβει τις προκλήσεις που θέτει η άνοδος μιας φασιστικής πολιτικής, θα πρέπει να αναπτύξει μια αφύπνιση της επιθυμίας. Αυτή η μορφή «μορφωμένης/καλλιεργημένης-εκπαιδευμένης επιθυμίας» (educated desire) εδράζεται στο όνειρο μιας συλλογικής συνείδησης και φαντασίας που τροφοδοτείται από τον αγώνα για νέες μορφές κοινοτήτων που θα επιβεβαιώνουν την αξία της κοινωνικής, οικονομικής ισότητας, του κοινωνικού συμβολαίου, των δημοκρατικών αξιών και των κοινωνικών σχέσεων (της κοινωνικής αλληλεπίδρασης).

            O σημερινός αγώνας ενάντια σε έναν εκκολαπτόμενο φασισμό, σε όλο τον πλανήτη, δεν είναι μόνο ένας αγώνας για τις οικονομικές δομές ή το μεγαλοπρεπές ανάστημα της εταιρικής εξουσίας. Είναι επίσης ένας αγώνας για τα οράματα, τις ιδέες, τη συνείδηση και τη δύναμη να αλλάξει η ίδια η κουλτούρα. Είναι, επίσης, όπως επισημαίνει η Arendt, ένας αγώνας ενάντια «σε έναν ευρέως διαδεδομένο φόβο της απόφανσης/κρίσης (judgement)»[13]. Χωρίς την ικανότητα να κρίνουμε, καθίσταται αδύνατο να ανακτήσουμε λέξεις που έχουν νόημα, να φανταστούμε ένα μέλλον που δεν θα μιμείται τους σκοτεινούς καιρούς στους οποίους ζούμε και να δημιουργήσουμε μια γλώσσα που θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας και τη σχέση μας με τους άλλους. Οποιοσδήποτε αγώνας για ένα ριζοσπαστικό δημοκρατικό σοσιαλιστικό πρόταγμα δεν θα πραγματοποιηθεί αν «τα διδάγματα από το σκοτεινό παρελθόν μας [δεν] μπορούν να ληφθούν και να μετατραπούν σε εποικοδομητικές αποφάσεις» και λύσεις για τον αγώνα και τη δημιουργία μιας μετακαπιταλιστικής κοινωνίας[14].

            Τελικά, δεν υπάρχει δημοκρατία χωρίς ενημερωμένους πολίτες, δεν υπάρχει δικαιοσύνη χωρίς μια γλώσσα που να ασκεί κριτική στην αδικία. Η δημοκρατία αρχίζει να αποτυγχάνει και η πολιτική ζωή να φτωχαίνει ελλείψει εκείνων των ζωτικών δημόσιων τομέων, όπως η δημόσια υποχρεωτική και τριτοβάθμια εκπαίδευση, στους οποίους οι αξίες των πολιτών, η δημόσια επιστήμη και η κοινωνική δέσμευση επιτρέπουν μια πιο ευφάνταστη κατανόηση ενός μέλλοντος που λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις απαιτήσεις της δικαιοσύνης, της ισότητας και του θάρρους των πολιτών.

Η δημοκρατία ενδείκνυται να είναι ένας τρόπος σκέψης για την εκπαίδευση, ο οποίος ευδοκιμεί στη σύνδεση της παιδαγωγικής με την πρακτική της ελευθερίας, της μάθησης με την ηθική και της δράσης με τις επιταγές της κοινωνικής ευθύνης και του δημόσιου συμφέροντος[15]. Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός αφαιρεί την ελπίδα των ουτοπικών δυνατοτήτων του και αναπτύσσεται στην ιδέα ότι ζούμε σε μια εποχή ακυρωμένης ελπίδας, ακμάζει στην πεποίθηση ότι οποιαδήποτε προσπάθεια να σκεφτούμε διαφορετικά θα οδηγήσει σε έναν εφιάλτη. Ωστόσο, το γεγονός παραμένει ότι χωρίς ελπίδα δεν υπάρχουν δρώντα υποκείμενα και χωρίς συλλογικούς αυτουργούς δεν υπάρχει ελπίδα αντίστασης και εναντίωσης. Στην εποχή του φασισμού που ξεπροβάλλει υπόρρητα, δεν αρκεί να συνδέσουμε την εκπαίδευση με την υπεράσπιση της λογικής, της ενημερωμένης κρίσης και της κριτικής δυνατότητας για μαχητική δράση. Χρειάζεται, συνακόλουθα, η εκπαίδευση να ευθυγραμμιστεί με τη δύναμη και τη δυναμική της συλλογικής αντίστασης. Ζούμε σε επικίνδυνους καιρούς. Κατά συνέπεια, προκύπτει η επείγουσα ανάγκη να ενωθούν περισσότερα άτομα, θεσμικά όργανα και κοινωνικά κινήματα με το φρόνημα ότι τα σημερινά καθεστώτα τυραννίας μπορούν να εκπέσουν, να καταρρεύσουν, να ανατραπούν. Με την εμπιστοσύνη στη θέση ότι είναι επιτεύξιμες και προσιτές οι εναλλακτικές μελλοντικές προοπτικές και ότι η δράση που εμπίπτει σε αυτές τις στέρεες απόψεις και αξίες, μέσω της συλλογικής αντίστασης, οι ριζοσπαστικές αλλαγές μπορούν να υλοποιηθούν.

Βιβλιογραφικές αναφορές:

1.      Peter Thompson, «The Frankfurt School, Part 5: Walter Benjamin, Fascism and the Future», The Guardian (Απρίλιος 21, 2013).

2.      Βλέπε, ιδιαίτερα, Stuart Hall, Chapter 1: «The Neoliberal Revolution», The Neoliberal Crisis, επιμ. Jonathan Rutherford & Sally Davison, (London: Lawrence Wishart, 2012). David Harvey: A Brief History of Neoliberalism (New York: Oxford University Press, 2005). Sheldon S. Wolin, Democracy Incorporated: Managed Democracy and the Specter of Inverted Totalitarianism, (Princeton University Press, 2008). Wendy Brown, Undoing the Demos: Neoliberalism’s Stealth Revolution, (New York: Zone Books, 2015). Virginia Eubanks, Automating Inequality (St. Martin’s Press, 2017); George Monbiot, Out of the Wreckage (Verso Press, 2017). Henry A. Giroux, American Nightmare: Facing the Challenge of Fascism (City Lights 2018).

3.      Charles Derber, Welcome to the Revolution: Universalizing Resistance for Social Justice and Democracy in Perilous Times, New York: Routledge, 2017, Heinrich Geiselberger (επιμ.), The Great Regression, London: Polity, 2017.

4.      Βλέπε, γιαπαράδειγμα, Jane Mayer, «The Making of the Fox News White House», The New Yorker (4 Μαρτίου 2019).

5.      Jon Nixon, «Hannah Arendt: Thinking Versus Evil», Times Higher Education, (26 Φεβρουαρίου 2015).

6.      Umberto Eco, «Ur-Fascism», The New York Review of Books (22 Ιουνίου 1995).

7.      Hannah Arendt, Origins of Totalitarianism, New York: Harcourt Trade Publishers, Νέα έκδοση, 2001.

8.      Paul Gilroy, Against Race: Imagining Political Culture beyond the Color Line, Κεφάλαιο 4 – «Hitler in Khakis: Icons, Propaganda, and Aesthetic Politics», σσ. 144-145, 146 (Cambridge: The Belknap Press of Harvard University Press, 2000).

9.      Pankaj Mishra, «A Gandhian Stand Against the Culture of Cruelty», The New York Review of Books (22 Μαΐου 2018).

10. Joshua Sperling, όπως αναφέρεται στο Lisa Appignanesi, «Berger’s Ways of Being», The New York Review of Books (9 Μαΐου 2019).

11. Nicole Aschoff, “The Smartphone Society”, Jacobin, Issue 17, Άνοιξη

12. Ruth Levitas, «Introduction: The Elusive Idea of Utopia», History of the Human Sciences 16:1 (2003), p. 4.

13. Hannah Arendt, “Personal responsibility under dictatorship”, στο Jerome Kohn (επιμ.), Responsibility and Judgement, New York: Schocken Books, 2003.

14. Nicola Bertoldi, «Are we living through a new Weimar era?: Constructive resolutions for our future», Open Democracy (3 Ιανουαρίου 2018).

15. Henry A. Giroux, The Terror of the Unforeseen, Los Angeles: Review of Books, 2019.

*Henry A. Giroux, «Fascist Culture, Critical Pedagogy, and Resistance in Dark Times», Counter Punch, October 22, 2020.

https://www.counterpunch.org/2020/10/22/fascist-culture-critical-pedagogy-and-resistance-in-dark-times/

Ευχαριστούμε τον συγγραφέα για την παραχώρηση του άρθρου του προς δημοσίευση.

 

Ο Henry A. Giroux κατέχει την έδρα Υποτροφιών για την Έρευνα προς το Δημόσιο Συμφέρον στο Τμήμα Αγγλικών και Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου McMaster, Τορόντο, και είναι ο Paulo Freire Διακεκριμένος Ακαδημαϊκός στην Κριτική Παιδαγωγική. Τα πιο πρόσφατα βιβλία του περιλαμβάνουν τα εξής: Race, Politics, and Pandemic Pedagogy Education in a Time of Crisis (Bloomsbury, 2021), On Critical Pedagogy, 2η έκδοση (Bloomsbury, 2020), Neoliberalism’s War on Higher Education, 2η έκδοση (Chicago: Haymarket Books, 2020), The Terror of the Unforeseen (Los Angeles Review of books, 2019) και American Nightmare: Facing the Challenge of Fascism (City Lights, 2018).

Εικόνα εξωφύλλου: Ζωρζ Μπρακ, Τα μαύρα πουλιά

Πηγή: https://selidodeiktis.edu.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.